Μετάφραση του "reciprocitet" σε Ελληνικά
Το αμοιβαιότητα είναι η μετάφραση του "reciprocitet" σε Ελληνικά.
reciprocitet
-
αμοιβαιότητα
noun feminineDärför behövs en flexibel procedur för prövning av reciprociteten på gemenskapsbasis.
Συνεπώς, απαιτείται μια ευέλικτη διαδικασία με την οποία θα διαπιστώνεται αν υπάρχει αμοιβαιότητα σε κοινοτική κλίμακα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " reciprocitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη