Μετάφραση του "relevans" σε Ελληνικά
Οι συνάφεια, σχέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relevans" σε Ελληνικά.
relevans
noun
common
γραμματική
-
συνάφεια
noun feminineFrankrike har emellertid inte bestritt vare sig relevansen eller riktigheten av denna förklaring.
Η αναιρεσείουσα, όμως, δεν αμφισβητεί ούτε τη συνάφεια ούτε την εγκυρότητα της δηλώσεως αυτής.
-
σχέση
noun feminineDenna omständighet saknar emellertid relevans med avseende på det rättsliga skydd som har upprättats genom direktivet.
Το στοιχείο αυτό, όμως, στερείται σημασίας σε σχέση με το νομικό πλαίσιο προστασίας που προβλέπει η οδηγία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " relevans " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη