Μετάφραση του "relief" σε Ελληνικά

Οι ανάγλυφο, ανάγλυφο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relief" σε Ελληνικά.

relief w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάγλυφο

    noun neuter

    Intagliotryck som skapar en upphöjd taktil relief som kan ses i snedbelysning.

    Βαθυτυπία που παράγει ψηλαφητό ανάγλυφο, το οποίο είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί υπό λοξό φωτισμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " relief " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Relief
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάγλυφο

    noun

    Reliefen är resultatet av en rad nedisningsperioder.

    Το ανάγλυφο της περιοχής διαμορφώθηκε ως αποτέλεσμα πολλών φάσεων παγετωνοποίησης.

Εικόνες με "relief"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "relief" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη