Μετάφραση του "rullstol" σε Ελληνικά

Οι αναπηρική πολυθρόνα, αναπηρική καρέκλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rullstol" σε Ελληνικά.

rullstol noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπηρική πολυθρόνα

    noun feminine

    Ett utrymme avsett för en rullstol med sittande person ska betraktas som en sittplats.

    Μια επιφάνεια που προορίζεται για κατειλημμένη αναπηρική πολυθρόνα θεωρείται ως μία θέση καθημένου.

  • αναπηρική καρέκλα

    feminine

    Jag sitter i rullstol, jag kan inte undersöka honom där uppe.

    Είμαι σε αναπηρική καρέκλα, άρα δεν μπορώ να τον εξετάσω εκεί πάνω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rullstol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "rullstol"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rullstol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη