Μετάφραση του "rum" σε Ελληνικά

Οι χώρος, δωμάτιο, διάστημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rum" σε Ελληνικά.

rum noun neuter γραμματική

plats, utrymme [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χώρος

    noun masculine

    område inom tillgängligt utrymme

    Det finns rum för så mycket mer i en människas själ, pastorn.

    Υπάρχει χώρος στην ανθρώπινη ψυχή για τόσα άλλα, Αιδεσιμότατε.

  • δωμάτιο

    noun neuter

    En separat del av en byggnad, omsluten av väggar, ett golv och ett tak.

    Du sover i mitt rum.

    Κοιμάσαι στο δωμάτιο μου.

  • διάστημα

    noun neuter

    Det som äger rum just nu är en prövning för den ukrainska demokratin.

    Αυτό το διάστημα η δημοκρατία περνάει από εξετάσεις στην Ουκρανία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάμαρα
    • Χώρος
    • θάλαμος
    • κρεβατοκάμαρα
    • υπνοδωμάτιο
    • περιβάλλον
    • κοιτώνας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "rum"

Φράσεις παρόμοιες με "rum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μετρικός χώρος
  • διαδραματίζομαι · λαμβάνω χώρα · λαχαίνω · σημειώνομαι · συμβαίνει · συμβαίνω · τυγχάνω · τυχαίνω
  • Διαχωρίσιμος μετρικός χώρος
  • δημόσιος χώρος
  • Ευκλείδειος χώρος
  • Διανυσματικός χώρος
  • τοπολογικός χώρος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη