Μετάφραση του "skyldig" σε Ελληνικά
Οι ένοχος, οφειλέτης, Ένοχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skyldig" σε Ελληνικά.
skyldig
adjective
γραμματική
-
ένοχος
adjective m-fOm det är elva som röstar skyldig, då ger jag mig.
Αν υπάρχουν ακόμα έντεκα ψήφοι για ένοχος, δεν θα σταθώ εμπόδιο.
-
οφειλέτης
noun masculineDen avgiftsskyldige är skyldig att erlägga den årliga tillsynsavgiften.
Ο οφειλέτης εποπτικού τέλους θα είναι υπεύθυνος για την καταβολή του ετήσιου εποπτικού τέλους.
-
Ένοχος
Om det är elva som röstar skyldig, då ger jag mig.
Αν υπάρχουν ακόμα έντεκα ψήφοι για ένοχος, δεν θα σταθώ εμπόδιο.
-
αξιόμεμπτος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " skyldig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη