Μετάφραση του "skyldighet" σε Ελληνικά

Οι υποχρέωση, καθήκον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skyldighet" σε Ελληνικά.

skyldighet Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποχρέωση

    noun feminine

    De vägledande principerna bakom den föreslagna förordningen är effektivitet och tydlighet i fråga om rättsliga skyldigheter.

    Οι αρχές που διαπνέουν τον προτεινόμενο κανονισμό είναι η αποτελεσματικότητα και η σαφήνεια από πλευράς νομικών υποχρεώσεων.

  • καθήκον

    noun neuter

    För att uppfylla min skyldighet till våra förfäder.

    Για να εκπληρώσω το καθήκον μου προς τους προγόνους μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " skyldighet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "skyldighet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "skyldighet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη