Μετάφραση του "slutlig" σε Ελληνικά

Οι θεμελιώδης, βασικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slutlig" σε Ελληνικά.

slutlig adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεμελιώδης

    adjective
  • βασικός

    adjective

    Den slutliga bedömningen av om det underliggande miljömålet uppnåtts, kommer kommissionen att göra.

    Η Επιτροπή προβαίνει στην τελική αξιολόγηση του κατά πόσο επιτεύχθηκε ο βασικός περιβαλλοντικός στόχος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slutlig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slutlig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη