Μετάφραση του "slutsats" σε Ελληνικά
Οι συμπέρασμα, συνεπαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slutsats" σε Ελληνικά.
slutsats
noun
Noun
common
γραμματική
-
συμπέρασμα
noun neuterMeddelandet ska innehålla slutsatserna från revisionen och det motiverade beslutet.
Η κοινοποίηση περιέχει τα συμπεράσματα του ελέγχου και την αιτιολογημένη απόφαση αξιολόγησης.
-
συνεπαγωγή
ουσιαστικό θηλυκόαν α, τότε β
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " slutsats " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "slutsats" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμπεραίνω, συνάγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη