Μετάφραση του "sorg" σε Ελληνικά

Οι λύπη, θλίψη, πένθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sorg" σε Ελληνικά.

sorg noun common γραμματική

negativ känsla [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λύπη

    noun feminine

    Darkos, så smärtsamt att överväldigas, av både sorg och glädje.

    Ντάρκος, τι συναισθηματική φόρτιση από λύπη και χαρά μαζί.

  • θλίψη

    noun feminine

    Jag vill inte ha en värld utan kärlek eller sorg eller skönhet.

    Δεν θέλω έναν κόσμο χωρίς αγάπη ή θλίψη, ή ομορφιά.

  • πένθος

    noun neuter

    Och det ska inte finnas mer död, inte sorg eller gråt.

    δεν θα υπάρχει πια θάνατος, ούτε πένθος, ούτε κλάμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οδύνη
    • πόνος
    • δυστυχία
    • πίκρα
    • συμφορά
    • συντριβή
    • ανημπόρια
    • μαράζι
    • επιμέλεια
    • σπαραγμός
    • η δυστυχία
    • το ατύχημα
    • το δυστύχημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sorg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sorg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη