Μετάφραση του "spridning" σε Ελληνικά

Οι μετάδοση, διάχυση φωτός, επέκταση χρώματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spridning" σε Ελληνικά.

spridning noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετάδοση

    noun feminine

    Möjlighet att lösgöra konstruktionselement för att förhindra spridning av värme.

    Ως θερμομόνωση νοείται η ικανότητα ενός διαχωριστικού κατασκευαστικού στοιχείου να αποτρέπει την υπερβολική μετάδοση θερμότητας.

  • διάχυση φωτός

  • επέκταση χρώματος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spridning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Spridning
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκέδαση

Φράσεις παρόμοιες με "spridning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spridning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη