Μετάφραση του "spridning" σε Ελληνικά
Οι μετάδοση, διάχυση φωτός, επέκταση χρώματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spridning" σε Ελληνικά.
spridning
noun
common
γραμματική
-
μετάδοση
noun feminineMöjlighet att lösgöra konstruktionselement för att förhindra spridning av värme.
Ως θερμομόνωση νοείται η ικανότητα ενός διαχωριστικού κατασκευαστικού στοιχείου να αποτρέπει την υπερβολική μετάδοση θερμότητας.
-
διάχυση φωτός
-
επέκταση χρώματος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spridning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Spridning
-
σκέδαση
Φράσεις παρόμοιες με "spridning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιορισμένη διάδοση
-
μη διάδοση των εξοπλισμών
-
κατανομή των ρύπων
-
διάδοση της κοινοτικής πληροφόρησης
-
διασπορά των ρύπων
-
διαφοροποίηση των εξαγωγών
-
μη διάδοση των πυρηνικών όπλων
-
χερσαία διάθεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη