Μετάφραση του "sticka" σε Ελληνικά

Οι πλέκω, βελόνα, αγκάθι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sticka" σε Ελληνικά.

sticka verb noun common γραμματική

Att genomborra eller skada med hjälp av ett spetsigt verktyg eller vapen, i synnerhet en kniv eller dolk. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλέκω

    verb

    Tom tycker om att sticka.

    Στον Τομ αρέσει να πλέκει.

  • βελόνα

    noun feminine

    Juliet stack sig oavsiktligt på tummen med nålen efter det att den slant när hon tog ett blodprov.

    Juliet τρύπησε κατά λάθος τον αντίχειρά της με τη βελόνα καθώς της γλίστρησε ενώ λάμβανε δείγμα.

  • αγκάθι

    noun neuter

    Livet är en sticka i ett finger på en akutmattagning.

    Η ζωή είναι ένα αγκάθι στο δάχτυλο της Απώλειας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακίδα
    • αγκίδα
    • μαχαιρώνω
    • θραύσμα
    • σκλήθρα
    • σκουντώ
    • βλήμα
    • βελόνα πλεξίματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sticka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sticka"

Φράσεις παρόμοιες με "sticka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sticka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη