Μετάφραση του "stickning" σε Ελληνικά
Οι πλέξιμο, πλέξη, πλεκτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stickning" σε Ελληνικά.
stickning
-
πλέξιμο
noun neuterApparater för sömnad, stickning, vävning och annan bearbetning av textilier
Συσκευές χρησιμοποιούμενες για ράψιμο, πλέξιμο, ύφανση και άλλες κλωστοϋφαντουργικές εργασίες
-
πλέξη
feminineDen kan spinnas och tvinnas till garn av olika tjocklek, för vävning och stickning.
Μπορεί να κλωστεί και να περιτυλιχθεί σε νήματα διαφορετικού πάχους, για ύφανση και πλέξη.
-
πλεκτό
noun neuterHur ska jag veta var din stickning är?
Πού να ξέρω πού είναι το πλεκτό σου;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stickning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη