Μετάφραση του "stift" σε Ελληνικά
Οι επισκοπή, πινέζα, καρφίτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stift" σε Ελληνικά.
stift
noun
neuter
γραμματική
nål [..]
-
επισκοπή
noun feminineπεριφέρεια ή έδρα υπό την επίβλεψη ενός Επισκόπου
Jag kan inte säga hur mycket det betydde till stiftet.
Και αυτό σημαίνει πάρα πολλά για την επισκοπή.
-
πινέζα
feminine -
καρφίτσα
noun feminineJag gjorde det senare med ett stift.
Αυτά εδώ τα έκανα με καρφίτσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stift " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "stift"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη