Μετάφραση του "strumpor" σε Ελληνικά

Οι κάλτσα, Κάλτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strumpor" σε Ελληνικά.

strumpor noun
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάλτσα

    noun feminine

    Jag hängde alltid upp min strumpa på Hogswatch.

    Συνήθιζα να κρεμάω την κάλτσα μου τακτικά, σε κάθε Hogswatch.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strumpor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Strumpor
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κάλτσα

    Strumporna är gjorda i Taiwan.

    Κάλτσα φτιαγμένη στην Ταϊβάν.

Φράσεις παρόμοιες με "strumpor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κάλτσα · περιπόδιο · ψηλός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strumpor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη