Μετάφραση του "strupe" σε Ελληνικά

Οι λαιμός, τράχηλος, φάρυγγας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strupe" σε Ελληνικά.

strupe noun common w γραμματική

Den främre delen av halsen. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαιμός

    noun masculine

    Jag minns att strupen var s torr att den värkte.

    Ο λαιμός μου ήταν ξερός και με πονούσε.

  • τράχηλος

    noun masculine

    När du stryper dig själv, så kan du skära dig i strupen med en vass kniv

    Όταν στραγγαλίζεσαι, ο τράχηλος πετάγεται έξω ... και μπορείς να τον κόψεις με ένα κοφτερό μαχαίρι

  • φάρυγγας

    noun masculine

    Pleurautgjutning, dyspné, trånghetskänsla i strupen, halstorrhet, obehag i bröstet

    Υπεζωκοτική συλλογή, δύσπνοια, συσφιγκτικό αίσθημα λαιμού, ξηρότητα του φάρυγγα, θωρακική δυσφορία

  • τραχεία

    noun feminine

    Blåmärken i nacken, på strupen och övre ryggraden.

    Μώλωπες στον λαιμό, στην τραχεία και στην κορυφή της σπονδυλικής στήλης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strupe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "strupe"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strupe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη