Μετάφραση του "stum" σε Ελληνικά
Οι αθόρυβος, άλαλος, βουβός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stum" σε Ελληνικά.
stum
adjective
-
αθόρυβος
adjective -
άλαλος
adjective masculineAtt bli stum av chock under en längre tid är statistiskt sett osannolikt.
Το να έχει μείνει άλαλος από σοκ ή ψυχολογικό τραύμα για περισσότερο από κάποιο διάστημα είναι απίθανο στατιστικά.
-
βουβός
επίθετο masculineβουβός κηνηματογράφος
Det blir särskilt påtagligt nu när Jesus hjälper en demonbesatt man som är både blind och stum.
Αυτό γίνεται φανερό όταν του φέρνουν έναν δαιμονισμένο ο οποίος είναι τυφλός και βουβός, και εκείνος τον θεραπεύει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stum " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη