Μετάφραση του "stund" σε Ελληνικά

Οι στιγμή, διάστημα, χρόνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stund" σε Ελληνικά.

stund noun Noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στιγμή

    noun feminine

    Någon som visste att det skulle komma en stund när han inte skulle titta.

    Κάποιος που ήξερε ότι θα έφτανε κάποτε η στιγμή που εκείνος δεν θα παρακολουθούσε.

  • διάστημα

    noun neuter

    Ni kommer att bli vuxna men bara en kort stund.

    Θα γίνετε ενήλικοι, αλλά για σύντομο χρονικό διάστημα.

  • χρόνος

    noun masculine

    Förfarandet är i skrivande stund ännu inte slutfört.

    Η εν λόγω διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί κατά το χρόνο σύνταξης του παρόντος εγγράφου.

  • ροπή

    noun feminine

    Han innehar fortfarande stunden.

    Έχει ακόμα στην κατοχή του τη Ροπή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stund " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stund" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stund" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη