Μετάφραση του "tomat" σε Ελληνικά
Οι ντομάτα, τομάτα, Τομάτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tomat" σε Ελληνικά.
tomat
noun
common
w
γραμματική
frukt
-
ντομάτα
noun feminineJag gillar inte tomater, men jag gillar tomatsoppa.
Δε μ'αρέσει η ντομάτα, αλλά μ'αρέσει η ντοματόσουπα.
-
τομάτα
noun feminineVid tillämpningen av detta direktiv ska även tomater betraktas som frukt.
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, θεωρείται φρούτο και η τομάτα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tomat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Tomat
-
Τομάτα
Εικόνες με "tomat"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη