Μετάφραση του "Tomas" σε Ελληνικά

Οι Θωμάς, Απόστολος Θωμάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tomas" σε Ελληνικά.

Tomas proper

Tomas (apostel)

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Θωμάς

    proper masculine

    En vecka senare var lärjungarna samlade igen, och Tomas var med.

    Μετά οκτώ ημέρες, ήταν πάλι οι μαθητές όλοι μαζί... και ήταν και ο Θωμάς μαζί τους.

  • Απόστολος Θωμάς

    Tomas (apostel)

    Aposteln Tomas tvivlade på att Herren återuppstått från de döda.

    Ήταν ο Απόστολος Θωμάς που αμφισβητούσαν ο Κύριος ο οποίος είχε αναστηθεί από τους νεκρούς...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tomas " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tomas" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη