Μετάφραση του "tomrum" σε Ελληνικά
Οι χώρος, άδειος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tomrum" σε Ελληνικά.
tomrum
noun
common
γραμματική
-
χώρος
noun masculineDet är ett stort tomrum bakom.
Υπάρχει ένας μεγάλος ανοιχτός χώρος πίσω από αυτό.
-
άδειος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tomrum " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη