Μετάφραση του "tomrum" σε Ελληνικά

Οι χώρος, άδειος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tomrum" σε Ελληνικά.

tomrum noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χώρος

    noun masculine

    Det är ett stort tomrum bakom.

    Υπάρχει ένας μεγάλος ανοιχτός χώρος πίσω από αυτό.

  • άδειος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tomrum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tomrum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη