Μετάφραση του "tvilling" σε Ελληνικά

Οι δίδυμος, δίδυλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tvilling" σε Ελληνικά.

tvilling noun common neuter γραμματική

person född tillsammans med en annan människa efter samma graviditet [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίδυμος

    noun common masculine

    Många vet inte att tvillingar kan födas med två månaders mellanrum.

    Πολύς κόσμος δεν ξέρει ότι τα δίδυμα μπορούν να γεννηθούν με δύο μήνες διαφορά.

  • δίδυλος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tvilling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tvilling"

Φράσεις παρόμοιες με "tvilling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tvilling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη