Μετάφραση του "tvinga" σε Ελληνικά
Οι υποχρεώνω, αναγκάζω, εξαναγκάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tvinga" σε Ελληνικά.
Att utöva våld eller tvång gentemot någon eller något i syfte att erhålla något.
-
υποχρεώνω
verbDet påminner tågföraren om signalbilder och tvingar honom att bekräfta restriktioner.
Υπενθυμίζει στο μηχανοδηγό τις συνθήκες σηματοδότησης και τον υποχρεώνει να επικυρώνει τις περιοριστικές συνθήκες.
-
αναγκάζω
verbOm tullar införs, skulle de därför tvingas upphöra med sin verksamhet.
Ως εκ τούτου, αν επιβληθούν οι δασμοί, θα αναγκαστούν να σταματήσουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.
-
εξαναγκάζω
verbMånga små enmansföretag står inför oacceptabla avgiftsnivåer, som till slut kommer att tvinga dem att gå i konkurs.
Πολλές μικρές, ατομικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν απαράδεκτες επιβαρύνσεις, οι οποίες θα τις εξαναγκάσουν τελικώς σε πτώχευση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tvinga " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tvinga" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μέγγενη · μέγκενη
-
Επιβολή επιπέδου εφαρμογής