Μετάφραση του "ung" σε Ελληνικά

Οι νεαρός, νέος, μικρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ung" σε Ελληνικά.

ung adjective γραμματική

I det tidiga stadiet av tillväxt eller levnad.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεαρός

    noun masculine

    I testet används unga vuxna mushonor som inte har fött ungar och som inte är dräktiga.

    Χρησιμοποιούνται νεαροί ενήλικες θηλυκοί ποντικοί που δεν έχουν ποτέ γεννήσει ούτε εγκυμονούν.

  • νέος

    noun masculine

    Tom är för ung.

    Ο Τομ είναι πολύ νέος.

  • μικρός

    adjective masculine

    Han är för ung för att klara av allt det.

    Και είναι πολύ μικρός για να ανακατευτεί με αυτά.

  • ανώριμος

    adjective

    Du tyckte att jag var en talanglös unge, men du lyssnade.

    Ξέρω πως πίστευες πως είμαι ατάλαντος, ανώριμος, αλλά δεν με άκουγες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ung"

Φράσεις παρόμοιες με "ung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη