Μετάφραση του "ungdom" σε Ελληνικά

Οι νεολαία, νιάτα, νέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ungdom" σε Ελληνικά.

ungdom noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεολαία

    noun feminine

    De måste därför hanteras på ett övergripande sätt utifrån ungdomars egna behov.

    Επομένως, η προσέγγισή τους πρέπει να γίνει με οριζόντιο τρόπο ανταποκρινόμενο στις ανάγκες της νεολαίας.

  • νιάτα

    noun neuter

    Det är en bild från mitt förflutna, min ungdom.

    Είναι μια εικόνα από το παρελθόν, από τα νιάτα μου.

  • νέος

    noun

    Utbildningsväsendet lyckas inte förse ungdomar med de nödvändiga praktiska färdigheter som är relevanta i det moderna samhället.

    Η εκπαίδευση δεν κατορθώνει να εφοδιάσει τους νέους με τις πρακτικές δεξιότητες που απαιτούνται στη σύγχρονη κοινωνία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έφηβος
    • νεότητα
    • εφηβεία
    • Νεότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ungdom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ungdom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ungdom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη