Μετάφραση του "ventil" σε Ελληνικά

Οι βαλβίδα, βαλβίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ventil" σε Ελληνικά.

ventil noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαλβίδα

    noun feminine

    Den här ventilen aktiverar den här, vi är klara.

    Αυτή η βαλβίδα δεσμεύει αυτήν την συσκευή, όταν αρχίσουμε τό τρέξιμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ventil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ventil
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαλβίδα

    noun

    Ventilen sprängdes och träffade mig.

    Ναι, αυτή η καταραμένη βαλβίδα έσκασε και με χτύπησε κατακέφαλα.

Εικόνες με "ventil"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ventil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη