Μετάφραση του "ventilation" σε Ελληνικά
Οι αερισμός, εξαερισμός, εξαερθσμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ventilation" σε Ελληνικά.
ventilation
γραμματική
-
αερισμός
noun masculineNaturlig ventilation är inte tillämplig för enheter med ett centralt ventilationssystem.
Ο φυσικός αερισμός δεν εφαρμόζεται σε μονάδες με κεντρικό σύστημα αερισμού.
-
εξαερισμός
noun masculineMed bra ventilation och belysning och en tyst och lugn omgivning blir det lättare att koncentrera sig.
Ο καλός εξαερισμός και φωτισμός, μαζί με ένα ήσυχο και άνετο περιβάλλον, διευκολύνει τη συγκέντρωση.
-
εξαερθσμός
ουσιαστικό αρσενικόΚαι ένας είδος μικρομύλος πολύ θωρυβώδης,στα παλιά ελληνικά σπίτια. Εξαερίζει
-
(εξ)αερισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ventilation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη