Μετάφραση του "bors" σε Ελληνικά

Οι στήθος, θώρακας, στέρνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bors" σε Ελληνικά.

bors
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • στήθος

    noun neuter

    Hulle het die derde vrou uit die voertuig gesleep en in die bors geskiet.

    Την τρίτη γυναίκα την έσυραν έξω από το όχημα και την πυροβόλησαν στο στήθος.

  • θώρακας

    noun masculine

    Die basille wat ingeasem word deur iemand wat besmet raak, vermenigvuldig in die bors.

    Οι βάκιλοι που εισπνέει το άτομο το οποίο μολύνεται πολλαπλασιάζονται στο θώρακα.

  • στέρνο

    noun neuter

    Maar een 17-jarige leerling het sy onderwyser in die bors geskiet toe die onderwyser sy vuurwapen probeer afneem het.

    Αλλά ένας 17χρονος μαθητής πυροβόλησε στο στέρνο τον καθηγητή του όταν αυτός προσπάθησε να του πάρει το όπλο.

  • μαστός

    noun masculine

    Dit stimuleer ook ’n sogende moeder se borste om melk te produseer.

    Προκαλεί επίσης την παραγωγή γάλακτος στους μαστούς της θηλάζουσας μητέρας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bors " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bors" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη