Μετάφραση του "stoom" σε Ελληνικά
Οι ατμός, ατμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoom" σε Ελληνικά.
stoom
-
ατμός
noun masculineDie stoom wat deur die kragaanleg afgegee word, is die opvallendste teken van die bestaan daarvan.
Η πιο εμφανής ένδειξη της ύπαρξής του είναι ο ατμός που υψώνεται από τη μονάδα παραγωγής ενέργειας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stoom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Stoom
-
ατμός
nounStoom wat met vlieënde as gekombineer was, het soos reën geval.
Ο ατμός ανακατευόταν με ιπτάμενη τέφρα και έπεφτε σαν βροχή.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη