Μετάφραση του "Abgleich" σε Ελληνικά

Οι συμφιλίωση, ισοστάθμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abgleich" σε Ελληνικά.

Abgleich
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμφιλίωση

    Noun noun feminine
  • ισοστάθμιση

    Abgleich von Ausgaben, Produktionswert und Einkommen in den Konten

    Ισοστάθμιση των δαπανών, της παραγωγής και των εισοδημάτων στους λογαριασμούς

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Abgleich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Abgleich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη