Μετάφραση του "Abspaltung" σε Ελληνικά

Οι απόσχιση, αντίθεση προς το καθεστώς, απόσπαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abspaltung" σε Ελληνικά.

Abspaltung noun Noun feminine γραμματική

Fork (engl.) (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόσχιση

    Noun

    Das verärgerte die Kirchenführung und führte zu einer Abspaltung der progressiven Bewegung.

    Αυτό εξαγρίωσε την εκκλησιαστική ηγεσία και οδήγησε στην απόσχιση του προοδευτικού κινήματος.

  • αντίθεση προς το καθεστώς

  • απόσπαση

    Noun

    Jedes privatwirtschaftliche Unternehmen haftet auch bei Abspaltung einer Tochtergesellschaft weiterhin für die von dieser Tochtergesellschaft eingegangenen Verbindlichkeiten.

    Οι επιχειρήσεις της ιδιωτικής οικονομίας εξακολουθούν να ευθύνονται για τις υποχρεώσεις μιας θυγατρικής τους ακόμη και μετά την απόσπαση αυτής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Abspaltung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Abspaltung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη