Μετάφραση του "Absperrung" σε Ελληνικά
Οι αποκλεισμός, εμπόδιο, κλείσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Absperrung" σε Ελληνικά.
Absperrung
noun
feminine
γραμματική
-
αποκλεισμός
AdjectiveMilitärische Absperrung eines orthodoxen Klosters durch die türkische Armee
Τουρκικός στρατιωτικός αποκλεισμός σε Ορθόδοξο Μοναστήρι
-
εμπόδιο
nounNatürlich hätte man die Absperrung binnen Sekunden beseitigen können.
Φυσικά, το εμπόδιο μπορεί να είχε απομακρυνθεί σε δευτερόλεπτα.
-
κλείσιμο
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φράγμα
- φράξιμο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Absperrung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη