Μετάφραση του "absperren" σε Ελληνικά

Οι αποκλείω, ασφαλίζω, κλειδώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "absperren" σε Ελληνικά.

absperren

abriegeln (mit Posten)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλείω

    verb

    Du weißt schon dass das ganze Krankenhaus wahrscheinlich abgesperrt ist?

    Κατανοείς πως αυτό το μέρος μάλλον θα έχει αποκλειστεί.

  • ασφαλίζω

  • κλειδώνω

    verb

    Ich sollte wohl besser meine Haustür absperren.

    Θα μου γίνει μάθημα να κλειδώνω την πόρτα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " absperren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Absperren noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

"Absperren" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Absperren στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "absperren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη