Μετάφραση του "abstellen" σε Ελληνικά

Οι ακουμπώ, διακόπτω, κλείνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abstellen" σε Ελληνικά.

abstellen verb γραμματική

stehenbleiben (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακουμπώ

    verb
  • διακόπτω

    Verb verb

    Außerdem muss der Fahrzeugbenutzer den Notalarm abstellen können.

    Επίσης πρέπει να είναι δυνατό στον κάτοχο του οχήματος να διακόψει το συναγερμό πανικού.

  • κλείνω

    verb

    Zu schade, dass Sie mich nicht mehr abstellen können.

    Κρίμα που δεν μπορείς να με κάνεις να το κλείσω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλείνω απενεργοποιώ
    • κόβω
    • παρκάρω
    • σβήνω
    • στέλνω
    • σταθμεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abstellen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Abstellen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Abstellen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Abstellen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "abstellen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abstellen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη