Μετάφραση του "Alter" σε Ελληνικά

Οι ηλικία, γηρατειά, γεράματα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Alter" σε Ελληνικά.

Alter noun masculine neuter γραμματική

nicht mehr der Jüngste (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλικία

    noun feminine

    Die Zeitspanne, die ein Mensch, ein Tier oder eine Pflanze gelebt hat oder von der man erwartet, dass sie sie leben wird.

    In deinem Alter solltest du es besser wissen.

    Στην ηλικία σου θα έπρεπε να ξέρεις καλύτερα.

  • γηρατειά

    n-p

    Lebensabschnitt des Menschen

    Um denen zu helfen, die man liebt, gibt es kein Alter.

    Και στα γηρατειά μπορείς να βοηθάς εκείνους που αγαπάς.

  • γεράματα

    noun neuter

    Ich möchte im Alter so sein wie er.

    Απλώς, θέλω να είμαι σαν αυτόν στα γεράματα μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γήρας
    • γερατειά
    • πολυκαιρία
    • ετών
    • γέρος
    • αιώνας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Alter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

alter adjective
+ Προσθήκη

"alter" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το alter στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Alter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μια ηλικιωμένη κυρία
  • alt
    αρχαία · αρχαίος · γέρικος · γέρος · γερνώ · γηραιός · γριά γέρικο · ηλικιωμένος · κοντράλτο · μεγάλος · μπαγιάτικος · παλαιός · παλιός · πρώην · τέως
  • Αρχαία Ρώμη
  • Alt
    Άλτο · άλτο · κοντράλτο
  • γεράματα · γηρατειά
  • σε ηλίκια
  • γεωλογική ηλικία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Alter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη