Μετάφραση του "Ansammlung" σε Ελληνικά

Οι άθροιση, άθροισμα, επισώρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ansammlung" σε Ελληνικά.

Ansammlung noun feminine γραμματική

Ansammlung (von) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άθροιση

    noun
  • άθροισμα

    noun

    Es war also eine Ansammlung von Strafen.

    'Ηταν το άθροισμα των ποινών.

  • επισώρευση

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συγκέντρωση
    • συνάθροιση
    • συσσώρευση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ansammlung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ansammlung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη