Μετάφραση του "anschaffen" σε Ελληνικά

Οι αποκτώ, αγορά, αγοράξω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anschaffen" σε Ελληνικά.

anschaffen verb γραμματική

shoppen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκτώ

    verb

    Im Hafen tätige Unternehmen müssen möglicherweise Gefahrenabwehr-Ausrüstung anschaffen.

    Εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους λιμένες είναι δυνατόν να χρειασθεί να αποκτήσουν τεχνικό εξοπλισμό σχετικό με την ασφάλεια.

  • αγορά

    noun

    Gleichwohl haben zahlreiche Gebietskörperschaften bereits solche Fahrzeuge angeschafft.

    Ωστόσο, ορισμένες δημόσιες αρχές έχουν ήδη προβεί σε αυτόν τον τύπο αγορών.

  • αγοράξω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anschaffen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Anschaffen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Anschaffen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Anschaffen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anschaffen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη