Μετάφραση του "Anschaffung" σε Ελληνικά
Οι αγορά, απόκτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anschaffung" σε Ελληνικά.
Anschaffung
Noun
noun
feminine
γραμματική
-
αγορά
nounEin qualitativ hochwertigeres und langlebigeres Produkt wird gewöhnlich bei der Anschaffung zunächst auch mehr kosten.
Συνήθως ένα προϊόν ανώτερης ποιότητας, με μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής κοστίζει περισσότερο κατά την αρχική αγορά.
-
απόκτημα
NounHeute gebe ich den guten Leuten von Capua meine neueste Anschaffung!
Σας παρουσιάζω το τελευταίο απόκτημα μου, λαέ της Καπύης!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Anschaffung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη