Μετάφραση του "Anschaffung" σε Ελληνικά

Οι αγορά, απόκτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anschaffung" σε Ελληνικά.

Anschaffung Noun noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγορά

    noun

    Ein qualitativ hochwertigeres und langlebigeres Produkt wird gewöhnlich bei der Anschaffung zunächst auch mehr kosten.

    Συνήθως ένα προϊόν ανώτερης ποιότητας, με μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής κοστίζει περισσότερο κατά την αρχική αγορά.

  • απόκτημα

    Noun

    Heute gebe ich den guten Leuten von Capua meine neueste Anschaffung!

    Σας παρουσιάζω το τελευταίο απόκτημα μου, λαέ της Καπύης!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Anschaffung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Anschaffung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη