Μετάφραση του "Anschauung" σε Ελληνικά

Οι γνώμη, άποψη, ενόραση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anschauung" σε Ελληνικά.

Anschauung noun feminine γραμματική

Votum (gehoben)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνώμη

    noun feminine

    Eine atheistische Anschauung, ob offen oder versteckt, diktiert die öffentliche Meinung.

    Η κοινή γνώμη κυριαρχείται από αθεϊστικό φρόνημα, είτε φανερό είτε καλυμμένο.

  • άποψη

    noun feminine

    Jeder hat ein Recht auf seine Anschauungen, Francis.

    Οι άνθρωποι μπορούν να έχουν τη δική τους άποψη Φράνσις.

  • ενόραση

    feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αντίληψη
    • πείρα
    • διαίσθηση
    • αισθητήριο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Anschauung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Anschauung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη