Μετάφραση του "Anschein" σε Ελληνικά

Οι αέρας, εντύπωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anschein" σε Ελληνικά.

Anschein noun masculine γραμματική

Präsenz (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αέρας

    noun masculine
  • εντύπωση

    noun

    Sie haben wahrscheinlich vor, dem nächtlichen Prozeß einen einigermaßen rechtsgültigen Anschein zu verleihen.

    Σκοπός τους είναι πιθανώς να δώσουν κάποια εντύπωση νομιμότητας στη νυχτερινή δίκη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Anschein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Anschein" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Anschein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη