Μετάφραση του "anschalten" σε Ελληνικά

Οι ανάβω, ανοίγω, βάζω μπρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anschalten" σε Ελληνικά.

anschalten verb γραμματική

Ein Elektrogerät in den Betriebszustand versetzen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάβω

    verb

    Ein Elektrogerät in den Betriebszustand versetzen.

    Jedes Mal, wenn ich in meinem Büro Licht anschalte, verliere ich Geld.

    Κάθε φορά που ανάβω το φως στο γραφείο μου, χάνω λεφτά.

  • ανοίγω

    verb

    Ich kann einen PC kaum anschalten, ohne dass er abstürzt.

    Μόλις και μετά βίας έμαθα να ανοίγω και να κλείνω έναν υπολογιστή.

  • βάζω μπρος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anschalten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Anschalten Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Anschalten" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Anschalten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anschalten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη