Μετάφραση του "Ausfertigung" σε Ελληνικά

Οι έκδοση, αντίγραφο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ausfertigung" σε Ελληνικά.

Ausfertigung noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκδοση

    noun

    Für die Ausfertigung von Dokumenten durch internationale Kontroll- und Überwachungsgesellschaften gelten besondere Vorschriften.

    Υπάρχουν ειδικοί κανόνες για την έκδοση εγγράφων από εταιρείες εποπτείας σε διεθνές επίπεδο.

  • αντίγραφο

    noun

    Der Steuerpflichtige muss eine Ausfertigung von allen ausgestellten Dokumenten aufbewahren.

    Ο υποκείμενος στον φόρο οφείλει να διατηρεί αντίγραφο όλων των εκδοθέντων εγγράφων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ausfertigung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Ausfertigung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ausfertigung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη