Μετάφραση του "Ausflucht" σε Ελληνικά

Οι πρόφαση, πόρος, υπεκφυγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ausflucht" σε Ελληνικά.

Ausflucht Noun noun feminine γραμματική

unter dem Deckmantel des/der ...

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόφαση

    noun
  • πόρος

    noun masculine
  • υπεκφυγή

    Und wie passt die Ermordung von Wilkes in deine moralischen Ausflüchte?

    Και γιατί η ηθική σου υπεκφυγή θέλει τον θάνατο του Γουίλκς;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ausflucht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ausflucht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη