Μετάφραση του "ausfertigen" σε Ελληνικά
Το εκδίδω είναι η μετάφραση του "ausfertigen" σε Ελληνικά.
ausfertigen
-
εκδίδω
verbNur auszufertigen, wenn die öffentliche Urkunde im Ursprungsmitgliedstaat vollstreckbar ist
Να εκδοθεί αποκλειστικά εφόσον το δημόσιο έγγραφο είναι εκτελεστό στο κράτος μέλος προέλευσης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ausfertigen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη