Μετάφραση του "Beginn" σε Ελληνικά
Οι έναρξη, αρχή, απαρχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beginn" σε Ελληνικά.
Beginn
noun
Noun
masculine
γραμματική
Beginn (eines Gesprächs) [..]
-
έναρξη
noun feminineDer Anfang einer Aktivität.
Mit dem Beginn des Kriegs im Irak hat sich diese Lage nur noch verschärft.
Με την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο.
-
αρχή
noun feminineDie Verfahrensfristen beginnen ab dem Zeitpunkt, zu dem die Aussetzung endet, von Beginn an erneut zu laufen.
Από την ημερομηνία λήξεως της αναστολής, οι δικονομικές προθεσμίες αρχίζουν να τρέχουν από την αρχή.
-
απαρχή
NounDiese Erklärung war der Beginn eines strukturierteren Ansatzes.
Η δήλωση σηματοδότησε την απαρχή μιας πιο άρτια διαρθρωμένης προσέγγισης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρχίνημα
- αυγή
- ξεκίνημα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Beginn " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Beginn"
Φράσεις παρόμοιες με "Beginn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαρχή · εκκίνηση
-
έναρξη της διαδικασίας
-
στις αρχές της δεκαετίας
-
στις αρχές του 20ού αιώνα
-
αρχίζω
-
άρχομαι · αρχή · αρχίζω · αρχινίζω · αρχινώ · ξεκινώ
-
Έναρξη νέας διάσκεψης...
-
Έναρξη συνομιλίας με βίντεο...
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη