Μετάφραση του "begleichen" σε Ελληνικά

Οι εξοφλώ, εκκαθαρίζω, εκπληρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "begleichen" σε Ελληνικά.

begleichen verb γραμματική

die Scharte auswetzen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξοφλώ

    verb

    Ich begleiche ein paar Schulden.

    Εξοφλώ κάποια μικρά χρέη, αυτό είν'όλο.

  • εκκαθαρίζω

  • εκπληρώνω

    verb

    - im Rahmen des Bußgeldverfahrens die Forderungen durch Vorlage des Zahlungsbelegs beglichen sind oder

    - είτε μόλις εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διαδικασία συμβιβασμού αφού προσκομιστεί η απόδειξη καταβολής,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " begleichen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Begleichen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Begleichen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Begleichen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "begleichen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "begleichen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη