Μετάφραση του "beginnen" σε Ελληνικά

Οι αρχίζω, ξεκινώ, αρχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beginnen" σε Ελληνικά.

beginnen verb γραμματική

an etwas gehen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχίζω

    verb

    Das Ufer endet dort, wo das Meer beginnt.

    H ξηρά τελειώνει εκεί που αρχίζει η θάλασσα.

  • ξεκινώ

    verb

    Er nahm seinen Bleistift und begann zu schreiben.

    Αυτός πήρε το μολύβι του και ξεκίνησε να γράφει.

  • αρχή

    noun feminine

    Die Magie aufzugeben ist schwerer, als mit ihr zu beginnen.

    Η διακοπή της μαγείας είναι πολύ πιο δύσκολότερη στην αρχή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άρχομαι
    • αρχινίζω
    • αρχινώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beginnen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Beginnen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Beginnen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Beginnen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "beginnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beginnen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη