Μετάφραση του "Begrenzung" σε Ελληνικά

Οι σύνορο, μεθόριος, όριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Begrenzung" σε Ελληνικά.

Begrenzung noun feminine γραμματική

Deckelung (der Kosten)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνορο

    noun neuter

    Von der seewärtigen Begrenzung an darf diese Linie eine Tiefe von 80 Kilometern nicht überschreiten.

    Η γραμμή αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει μήκος 80 χιλιομέτρων από τα θαλάσσια σύνορα.

  • μεθόριος

    Die westliche Begrenzung des Feldes verläuft entlang der litauischen Staatsgrenze.

    Το δυτικό όριο του πεδίου συμπίπτει με τη λωρίδα κατά μήκος της λιθουανικής μεθορίου.

  • όριο

    Noun

    Es ist hervorzuheben, dass ein Zaun nicht unbedingt als Begrenzung des Standorts angesehen wird.

    Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η ύπαρξη φράχτη δεν καθορίζει αυτομάτως τα όρια της τοποθεσίας.

  • περιορισμός

    noun masculine

    Und ich meine keine weiteren solcher drastischen Einschnitte wie im letzten Jahr, ich meine jede weitere Begrenzung überhaupt.

    Δεν λέω να μην ληφθούν πρόσθετοι δραστικοί περιορισμοί, όπως πέρυσι· λέω να μην ληφθούν καθόλου νέοι περιορισμοί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Begrenzung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Begrenzung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Begrenzung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη