Μετάφραση του "begrenzt" σε Ελληνικά

Οι στενός, περιορισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "begrenzt" σε Ελληνικά.

begrenzt adjective verb γραμματική

auf Sparflamme (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενός

    adjective masculine

    Manchmal vergißt man das und denkt nur an den kleinen begrenzten Kreis.

    Κάποτε ξεχνούμε το στοιχείο αυτό και ακολουθούμε μία πολύ στενή προσέγγιση.

  • περιορισμένος

    adjective

    Unsere Zeit ist begrenzt.

    Ο χρόνος μας είναι περιορισμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " begrenzt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "begrenzt"

Φράσεις παρόμοιες με "begrenzt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εντοπίζω · ορίζω · περιορίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "begrenzt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη