Μετάφραση του "begrenzen" σε Ελληνικά

Οι περιορίζω, εντοπίζω, ορίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "begrenzen" σε Ελληνικά.

begrenzen verb γραμματική

beschränken (auf) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορίζω

    verb

    Manche möchten die Zahl der Kinder vielleicht begrenzen.

    Μερικοί μπορεί να επιθυμούν να περιορίσουν τον αριθμό των παιδιών που θα κάνουν.

  • εντοπίζω

    verb

    Die Kommission hat Bereiche ermittelt, in denen weitere Anstrengungen unternommen werden müssen, sowie eine begrenzte Anzahl von Punkten, die verstärkte Anstrengungen erfordern.

    Η Επιτροπή έχει εντοπίσει τομείς όπου απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες, καθώς και ένα περιορισμένο αριθμό ζητημάτων για τα οποία απαιτούνται αυξημένες προσπάθειες.

  • ορίζω

    verb

    Es ist zweckmäßig, die Geltungsdauer dieses Beschlusses zu begrenzen.

    Είναι σκόπιμο να οριστεί περίοδος εφαρμογής της παρούσας απόφασης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " begrenzen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Begrenzen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Begrenzen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Begrenzen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "begrenzen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περιορισμένος · στενός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "begrenzen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη